Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Η Βόρεια Κορέα δοκιμάζει τις σινο-αμερικανικές σχέσεις


Οι επανειλημμένες απειλές από τη Βόρεια Κορέα έχουν μετατρέψει την κορεατική χερσόνησο σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές στον κόσμο. Αλλά η κατάσταση προσφέρει επίσης μια σημαντική ευκαιρία: μια αύξηση στη στρατηγική εμπιστοσύνη μεταξύ της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι δύο χώρες έχουν τη δυνατότητα να επιλύσουν τις εντάσεις άπαξ και δια παντός. Αν καταφέρουν να συνεργαστούν εποικοδομητικά, προκειμένου να διαμορφώσουν μια ειρήνη αποδεκτή από όλες τις πλευρές, όχι μόνο η Κορέα, αλλά και η γύρω περιοχή και ολόκληρος ο κόσμος θα γίνουν ασφαλέστεροι, σχολιάζει  ο Χαβιέ Σολάνα, πρώην Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ.
Δέκα χρόνια μετά την αποχώρηση από την πυρηνική συνθήκη μη διάδοσης, η Βόρεια Κορέα σαφώς κατέχει πυρηνικά όπλα. Η πυρηνική δοκιμή του καθεστώτος το Φεβρουάριο – η τρίτη από το 2006 – αφορούσε πιθανότατα μια συσκευή σε μικρογραφία, η οποία καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο ανησυχητική δεδομένου ότι η επιτυχής σμίκρυνση είναι κρίσιμη για τη χρήση πυρηνικών όπλων σε βαλλιστικούς πυραύλους. Η δοκιμή του Φεβρουαρίου προκάλεσε ένα νέο γύρο κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών, στις οποίες συντάχθηκαν οι ΗΠΑ και η Κίνα, προκαλώντας κλιμάκωση των απειλών και προκλήσεων από τη Βόρεια Κορέα. Η ένταση στη χερσόνησο αυξήθηκε περαιτέρω με τις ετήσιες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις που πραγματοποιούνται από τις ΗΠΑ και τη Νότια Κορέα – ειδικά όταν τα αμερικανικά πυρηνικά βομβαρδιστικά Β-52 και Β-2 προστέθηκαν στις ασκήσεις.
Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο στην κορεατική χερσόνησο. Για τη Βόρεια, θα ήταν αυτοκτονία. Για τη Νότια, με την ανθηρή οικονομία της και τη διεύρυνση συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών, το κόστος θα ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Ομοίως, η περιφερειακή σταθερότητα αποτελεί προϋπόθεση της αστρικής οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας και οι στρατιωτικές συγκρούσεις θα είναι ένα πλήγμα για την αμερικανική οικονομική αναγέννηση. Πράγματι, με τις δαπάνες άμυνας των ΗΠΑ να μειώνονται τελικά μετά από μια δεκαετία δανεισμού και τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η Αμερική έχει ελάχιστα δημοσιονομικά περιθώρια για μια απρόβλεπτη στρατιωτική εμπλοκή. Ο αμερικανικός «άξονας» στην Ασία είναι χτισμένος στις εκεί οικονομικές ευκαιρίες. Μια σύγκρουση με απρόβλεπτες επιπτώσεις δεν ταιριάζει στο σύστημα.
Η Κίνα είναι ο γεωστρατηγικός παίκτης- κλειδί στην επίλυση της σύγκρουσης, διότι παρέχει τη Βόρεια Κορέα με το 90% της ενέργειάς της, το 80% των καταναλωτικών αγαθών της και το 40% των τροφίμων της. Αλλά δεν είναι σαφές πόση επιρροή έχει η κυβέρνηση της Κίνας στο καθεστώς του Κιμ Γιονγκ-ουν. Οι σχέσεις Κίνας- Βόρειας Κορέας έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά μετά το 1991, όταν η Κίνα αναγνώρισε τη Νότια Κορέα χωρίς να επιμείνει να αναγνωρίσουν οι ΗΠΑ τη Βόρεια. Οι Βορειοκορεάτες πιστεύουν ότι η Κίνα τους θυσίασε για τα εμπορικά συμφέροντα και οι διμερείς σχέσεις δεν έχουν ανακάμψει ακόμη.
Μολαταύτα, η Κίνα εξακολουθεί να θεωρεί τη Βόρεια Κορέα ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, επειδή χρησιμεύει ως καθοριστικό κράτος στα σύνορα για τη θωράκιση της Κίνας από αμερικανικά στρατεύματα στη χερσόνησο – η οποία ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί ως σημείο εισόδου από εισβολείς. Η ιδανική λύση για την Κίνα θα ήταν συνεπώς να διατηρηθεί το status quo, πείθοντας παράλληλα τη Βόρεια Κορέα να ανοιχτεί – μια πορεία σταδιακής αλλαγής που αποφεύγει την ανοικτή σύγκρουση ή την κατάρρευση του καθεστώτος.
Κανένα από τα τραυματικά αυτά αποτελέσματα δεν θα ήταν καταστροφικό, τόσο για την περιοχή όσο και για τον κόσμο. Πρώτον, η κατάρρευση του καθεστώτος θα είχε ως αποτέλεσμα την μαζική εισροή προσφύγων, γεγονός που συνεπάγεται τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Επιπλέον, η Ασία παραμένει μία ήπειρος που ορίζεται από τη διπλωματία των ισορροπιών, τις συνοριακές διενέξεις και την ιστορική δυσπιστία, χωρίς πολυμερείς δομές ασφαλείας για να απαλύνει τις περιφερειακές εντάσεις. Με δεδομένες αυτές τις συνθήκες, ακόμη και μια μικρή σπίθα μπορεί να ανάψει πυρκαγιά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δυσπιστία από την άνοδο της Κίνας ως περιφερειακής ηγεμονίας στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Ασίας, εντείνει μόνο την ανάγκη για ενεργό συμμετοχή της Κίνας στην προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας και ειρήνης – ένα πλαίσιο ειρήνης με ασιατικές ρίζες, αποδεκτό από όλα τα μέρη. Μόνο μέσα από τέτοιες προσπάθειες η Κίνα θα είναι σε θέση να αυξήσει τη διεθνή της νομιμότητα, ελαχιστοποιώντας έτσι τον κίνδυνο μελλοντικών συγκρούσεων.
Είναι σημαντικό η Κίνα και οι ΗΠΑ να συνεργαστούν για την επίλυση της σημερινής κρίσης. Οι ΗΠΑ πρέπει να επαναλάβουν ξεκάθαρα ότι η επ’ αόριστον παράταση του status quo στην κορεατική χερσόνησο θα συνεπαγόταν μια στρατηγική απώλεια για την Κίνα, καθώς και ότι η Κίνα πρέπει να συνταχθεί με τη διεθνή κοινότητα στις προσπάθειές της να σταματήσει το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας. Αυτή η συνεργασία είναι ο μόνος τρόπος για να αναγκαστεί η Βόρεια Κορέα και για να μπει ένα τέλος στον αδιάκοπο κύκλο της κρίσης και τους αυξανόμενους κινδύνου.
Η τρέχουσα κρίση προσφέρει μια μοναδική περίπτωση δοκιμής για την από κοινού διαχείριση των διεθνών υποθέσεων – ή, στην περίπτωση αυτή, τις περιφερειακές υποθέσεις με παγκόσμιες συνέπειες – από τις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου. Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου ταξιδιού του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι στην Κίνα, οι δύο χώρες παρουσίασαν τους κοινούς στόχους τους: αποπυρηνικοποίηση της Κορεατικής Χερσονήσου και διαρκής ειρήνη στην περιοχή.
Αυτό είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης.  Η σινο-αμερικανική συνεργασία σε αυτό το σημείο ανάφλεξης θα μπορούσε να είναι ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός στην οικοδόμηση της πολυπόθητης διμερούς στρατηγικής εμπιστοσύνης.
Όμως, οι πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών δεν θα διευκολύνουν την κατάσταση. Ενώ οι ΗΠΑ τείνουν να διασπάνε τα προβλήματα προκειμένου να βρουν λύσεις για κάθε τμήμα τους μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η Κίνα βασίζεται στην ευρεία, μακροπρόθεσμη προοπτική και αντιμετωπίζει τα θέματα ως εκτεταμένες, σχετικές διαδικασίες. Αυτός είναι ο λόγος, όσον αφορά την αντιμετώπιση της φτωχής, απομονωμένης, πυρηνικοποιημένης Βόρειας Κορέας, όπου η σινο-αμερικανική συνεργασία είναι η μόνη επιλογή, που οι ΗΠΑ και η Κίνα αντιμετωπίζουν τόσο μια πρόκληση όσο και μια ευκαιρία. Για να τα καταφέρουν απαιτείται μια σημαντική ώθηση στην αμοιβαία στρατηγική εμπιστοσύνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου