Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ: Η Γερμανία είναι μέρος του προβλήματος της Ελλάδας


… ενώ θα είναι η κύρια υπεύθυνη στην περίπτωση που τυχόν καταρρεύσει, κάτω από την πίεση της κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό νόμισμα

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Πολύ συχνά η κοινή γνώμη, η οποία είναι τις περισσότερες φορές σχεδόν αλάνθαστη (αρκεί βέβαια να είναι σωστά πληροφορημένη), μπορεί να αλλάξει εντελώς μία «διαδικασία», αναγνωρίζοντας έγκαιρα ότι οδηγεί στην καταστροφή. Στην κυριολεξία λοιπόν παύει να χειραγωγείται και αποδεσμεύεται εντελώς από την Πολιτική, όταν κατανοήσει ότι τα συμφέροντα των πολλών δεν είναι ποτέ αντίστοιχα με τα συμφέροντα των λίγων. Ευτυχώς «οι πολλοί» σήμερα, δεν νοιώθουν Πολίτες μίας συγκεκριμένης εθνικότητας, αλλά Ευρωπαίοι Πολίτες (πολύ σύντομα ίσως ακόμη και Παγκόσμιοι Πολίτες»). Πριν ακόμη αναφερθούμε στα άρθρα που αντιμετωπίζουν πλέον ολοκληρωμένα το «Ευρωπαϊκό δίλημμα», τα εξής:

(α) Στο άρθρο μας «Διασπορά ψευδών ελπίδων» (ακολουθεί στο τέλος), στις 29.12.2009, γράφαμε μεταξύ άλλων:

Για να τεκμηριώσουμε το συμπέρασμα μας, η Γερμανία (εν μέρει ίσως και η Γαλλία), αυξάνει συνεχώς την ανταγωνιστικότητα της – δυστυχώς «εις βάρος» των υπολοίπων Ευρωπαϊκών χωρών. Ταυτόχρονα «αποβιομηχανοποιεί» συστηματικά, με τη βοήθεια των «dumping» μισθών των εργαζομένων της και όχι μόνο, σχεδόν ολόκληρο τον «Ευρωχώρο». Κάτι τέτοιο λειτουργεί μόνο με τη βοήθεια του κοινού νομίσματος, του € δηλαδή – κυρίως επειδή η ζήτηση των γερμανικών προϊόντων αυξάνεται, λόγω της υπερχρέωσης των ελλειμματικών κρατών”.

(β) Στις 19.12.2009 τώρα, στο άρθρο μας «Ο αδύναμος κρίκος» (επίσης ακολουθεί στο τέλος), γράφαμε τα παρακάτω:

Ολοκληρώνοντας, η ενδεχόμενη και εξαιρετικά πιθανολογούμενη «εγκατάλειψη» της χώρας μας στα χέρια του διεθνούς κεφαλαίου, αυτού δηλαδή που ναι μεν κατοικεί στις Η.Π.Α. αλλά χρηματοδοτείται, «αιμοδοτείται» καλύτερα από τις οικονομίες όλων εμάς (Πολιτών, Κρατών και Επιχειρήσεων), «μηδενός εξαιρουμένου», (μέχρι το σημείο φυσικά που θα εμφανισθεί, ως δια μαγείας, ο «λευκός ιππότης» και θα μας σώσει – αφού τα συμφέροντα της Γερμανίας από το ισχυρό Ευρώ είναι πολύ μεγαλύτερα, σε σχέση με αυτά που θα προέκυπταν από μία χρεοκοπημένη χώρα της Ευρωζώνης), θα αναγγείλει την έναρξη των επόμενων «επεισοδίων» του δράματος, με αποτελέσματα που δύσκολα μπορούμε να φαντασθούμε.

Εάν δεν αντιδράσει η χώρα μας, εάν δεν βοηθηθεί αποφασιστικά από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης (οφείλουν να αντισταθούν στην αυτοκαταστροφική προσπάθεια της Γερμανίας να «καταλύσει» την Ένωση, «αυτοκαταλυόμενη» ουσιαστικά) και εάν δεν «οχυρωθεί» ολόκληρη η Ευρώπη απέναντι στους πραγματικούς εχθρούς της (το μονοπωλιακό και τον απολυταρχικό καπιταλισμό), διατηρώντας τη συνοχή της, με τη Γερμανία ισότιμο μέλος της, η Ευρώπη θα είναι αναμφίβολα η μεγάλη νικημένη του πρώτου παγκόσμιου οικονομικού πολέμου .

Προφανώς λοιπόν, η Ελλάδα θα πρέπει να αντισταθεί στις «έξωθεν» πιέσεις («παραίτηση» από την Ευρωζώνη, απειλές για υποτίμηση της πιστοληπτικής της ικανότητας), να δείξει μεγάλη υπομονή, να αποφύγει τις βεβιασμένες ενέργειες, να μην πουλήσει καμία απολύτως επιχείρηση της, να μην υποκύψει σε κανέναν «εκβιασμό» και να παραμείνει ήρεμα στο «παιχνίδι», περιμένοντας ψύχραιμα να γύρει η ζυγαριά προς το μέρος της. Σε κάθε περίπτωση, τα συμφέροντα της Ευρώπης δεν είναι «επ’ ουδενί» σε «πορεία μετωπικής σύγκρουσης» με τα δικά της, οπότε δεν έχει κανένα λόγο να βιαστεί – διακινδυνεύοντας, χωρίς λόγο, να υποπέσει σε «στημένες» παγίδες και σε ανεπανόρθωτα λάθη”.

(γ) Όταν γράφαμε τα συγκεκριμένα άρθρα, η Κοινή Γνώμη μάλλον δεν ήταν ακόμη σωστά πληροφορημένη και δεν είχαν εμφανισθεί «συμμαχικές φωνές». Πρόσφατα όμως (15.01. / 16.01.2010), εμφανίσθηκαν τα πρώτα, θετικό για την Ελλάδα, άρθρα στον Τύπο:

Άρθρο Α (Financial Times): H Γερμανία είναι μέρος του ελληνικού προβλήματος.

Προς τη Γερμανία έχουν αρχίσει και κοιτούν οι ειδικοί, όπως φαίνεται, για να βρουν τη ρίζα του προβλήματος της ευρωζώνης και των δημοσιονομικά αδύναμων χωρών της. Άμεσα και σαφέστατα τονίζουν πως η Γερμανία είναι υπεύθυνη για τα μεγάλα ελλείμματα των περιφερειακών οικονομιών της Ε.Ε., καθώς αρνείται να ξοδέψει – με την ιδιωτική της κατανάλωση να παραμένει πεισματικά, ακόμα και τις καλές οικονομικές εποχές, ελάχιστη.

«H ευρωζώνη δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει την Ελλάδα να χρεοκοπήσει και είναι αναξιόπιστοι όλοι αυτοί που λένε πως η χώρα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνη της», τονίζουν σε σημερινό τους άρθρο οι Financial Times, με την υπογραφή του κ. Simon Tilford - υπενθυμίζουμε εδώ το άρθρο μας: «Το δημόσιο χρέος, η Ε.Ε. και η αλληλεξάρτηση» από τις 22.04.2009 (ακολουθεί επίσης στο τέλος) όπου, σε πλήρη αντίθεση με την Τράπεζα της Ελλάδος, είχαμε την άποψη ότι, είναι αδύνατον να τα καταφέρει μόνη της η χώρα μας να ανταπεξέλθει με τα προβλήματα της.

Όπως τονίζει περαιτέρω το άρθρο, όλοι αυτοί αγνοούν το ότι, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν μόνο από τους Έλληνες και επιπλέον, η χρεοκοπία της χώρας σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελούσε την «λύτρωση» των ισχυρότερων κρατών-μελών της Ένωσης.

Σύμφωνα με τους FT, η ευρωζώνη σωστά είναι θυμωμένη με την Ελλάδα, σε σχέση με την αλλοίωση των στατιστικών της. Όμως, η χώρα είναι απλά μία κουκίδα στον τεράστιο χάρτη όλων αυτών των Οικονομιών που έχουν χάσει την ανταγωνιστικότητα τους – που έχουν αδύναμα δημοσιονομικά στοιχεία και φτωχές προοπτικές ανάπτυξης.

Εάν η ευρωζώνη δεν στηρίξει την Ελλάδα ή κάνει την διάσωσή της ανέφικτη για την ίδια, τότε η χώρα θα χρεοκοπήσει. Και αυτό θα είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για όλους στην ευρωζώνη. Οι αγορές θα στραφούν σε άλλες χώρες με ανάλογα προβλήματα (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βρετανία κλπ), πυροδοτώντας έτσι, ένα ντόμινο δημοσιονομικών κρίσεων.

Σίγουρα η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες, πρέπει να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα τα δημοσιονομικά της μεγέθη. Όμως η Γερμανία, όπως και οι άλλες πλεονασματικές χώρες, χρειάζεται επίσης να δεχθούν πως αποτελούν μέρος του προβλήματος.

Ένας λόγος που τα δημόσια οικονομικά της Γερμανίας είναι τόσο ισχυρά, είναι το πολύ υψηλό εμπορικό πλεόνασμα που έχει, έναντι των άλλων οικονομιών της ευρωζώνης. Η γερμανική οικονομία ανακάμπτει στηριζόμενη στις εξαγωγές. Η ιδιωτική της κατανάλωση όμως, στην πραγματικότητα μειώνεται. Πάντως, τονίζει το άρθρο, για χώρες όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να έρθει μόνον εάν επιτευχθούν καλύτεροι ρυθμοί ανάπτυξης. «Για αυτό και πρέπει να εξισορροπήσουν το εμπόριό τους με την υπόλοιπη ευρωζώνη», τονίζει ο κ.Tillford.

Το άρθρο καταλήγει πως η ευρωζώνη χρειάζεται πιο σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες. Όμως, επίσης χρειάζεται να θέσει και τα όρια των πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων, στον λογαριασμό τρεχουσών συναλλαγών των μελών της.

Τα δημοσιονομικά μέτρα δεν έχουν ουσία χωρίς αυτό – πρέπει επίσης να κοιτάξει προς την δημιουργία της δημοσιονομικής, άρα και της πολιτικής Ένωσης. Αυτό σημαίνει πως οι ισχυρές οικονομίες θα πρέπει να δίνουν χρήματα στις αδύναμες. Όμως, αυτό δεν φαίνεται δυστυχώς να το επιθυμούν ιδιαίτερα οι «ισχυροί».

Άρθρο Β (Reuters): Το πρόβλημα της ευρωζώνης είναι η Γερμανία.

Σε σημερινό άρθρο του (15.01.10) κ. Ian Campbell στο Reuters, διαβάζουμε πως «Το πρόβλημα της ευρωζώνης είναι η Γερμανία! Οι αδύναμες ή περιφερειακές χώρες, όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία, χρειάζονται έναν πρόθυμο εταίρο, για την αγορά των εξαγωγικών προϊόντων τους. Αυτός είναι η Γερμανία».

Το 2009 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για την γερμανική οικονομία – όμως, όλα αυτά έχουν τελειώσει και το 2010 η ανάπτυξη επιστρέφει. Πριν το καταστροφικό 2009, η ιδιωτική κατανάλωση στην Γερμανία (από το 2006 έως το 2008) αναπτύχθηκε ελάχιστα – κατά 1,4% ετησίως, σε πραγματικούς όρους. Αντίθετα, στις ΗΠΑ ο ρυθμός ήταν τριπλάσιος – της τάξης του 5,4%!

Αυτό δεν αποτελεί είδηση. Ως συνήθως οι Αμερικανοί ξοδεύουν και οι Γερμανοί αποταμιεύουν. Όμως η Γερμανία πρέπει να αρχίσει να ξοδεύει περισσότερο, έτσι ώστε να στηρίξει τους αδύναμους της ευρωζώνης. Πρέπει να καταλάβουν οι αδύναμες χώρες λοιπόν πως, η Γερμανο-οδηγούμενη ευρωζώνη δεν τους βοηθάει, όπως θα όφειλε.

Άρθρο Γ (Νέα): Η Γερμανία φταίει για την κρίση στην Ελλάδα.

Την ευθύνη της Γερμανίας για την κρίση της Ελλάδας, υπογραμμίζει ο Γερμανός Χάινερ Φλάσμπεκ, κορυφαίος οικονομολόγος της Διαρκούς Συνόδου του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη UΝCΤΑD που εδρεύει στη Γενεύη.
Για τη συνέντευξή του στην ελληνική εφημερίδα, ο κ. Φλάσμπεκ ζήτησε από το τμήμα της στατιστικής υπηρεσίας του τα στοιχεία για την Ελλάδα. Η εικόνα που δίνουν μιλά από μόνη της: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια έχει εκτοξευτεί «με μία απίστευτη ταχύτητα σε ένα απίστευτο επίπεδο». Το 2008 έφτασε στο 19% του ΑΕΠ, ένα μέγεθος που «υπό κανονικές συνθήκες παλαιότερα θα λέγαμε ότι η χώρα – αν δεν έχει χρεοκοπήσει – έχει χάσει τόσο πολύ έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό, ώστε πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλη υποτίμηση.

Η Ελλάδα όμως δεν μπορεί να καταφύγει στο «εργαλείο της υποτίμησης». Βεβαίως, λέει ο κ. Φλάσμπεκ, για να φτάσει μία χώρα σε τέτοιο σημείο υπάρχουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα. Όμως, την ώρα που η Ελλάδα συσσώρευε ένα υπέρογκο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η Γερμανία αποκτούσε ένα υπέρογκο πλεόνασμα. Αυτό «ερμηνεύει μέχρις ενός σημείου και το δημοσιονομικό έλλειμμα», λέει ο κ. Φλάσμπεκ, διότι «το ένα έλλειμμα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το άλλο», ως «δίδυμο έλλειμμα» (δημοσιονομικό και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Δεν είναι καθαρά ελληνικό πρόβλημα, είναι «γενικότερο πρόβλημα για χώρες όπως Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, ακόμα και Γαλλία». Και το πρόβλημα αυτό, κατά τον κορυφαίο οικονομολόγο της UΝCΤΑD, έχει μία αιτία: «Την έντονη συμπίεση (ντάμπινγκ) των μισθών που ακολούθησε η Γερμανία στο πλαίσιο της ευρωζώνης».

«Η Γερμανία δεν μπορεί να συνεχίσει το ντάμπινγκ στους μισθούς, γιατί θα διαλύσει την ΟΝΕ», λέει ο Φλάσμπεκ. Η έγκυρη εβδομαδιαία εφημερίδα «Die Ζeit» στο τελευταίο της πρωτοσέλιδο που «κοσμεί» τη σημαία της Ελλάδας με τη σφραγίδα «πτώχευση», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:

«Το «ντόμινο για τον δρόμο της χρεοκοπίας που πήραν Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία δεν άρχισε από τις εκθέσεις του οίκου αξιολόγησης Fitch στο Λονδίνο, αλλά από τους μισθούς των επιχειρήσεων στη Γερμανία». Με τον τρόπο αυτό«η Γερμανία απέσπασε τεράστια πλεονεκτήματα μέσα στην ευρωζώνη, έναντι κυρίως των χωρών του Νότου και της Ελλάδας».
Θα έπρεπε και η Γερμανία να ακολουθήσει τον γενικό κανόνα στην εξέλιξη των μισθών, επάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η ΟΝΕ (συμπεριλαμβάνεται στη Συνθήκη του Μάαστριχ): 2% πληθωρισμός, συν το εθνικό ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας. «Ο κανόνας αυτός αγνοήθηκε πλήρως από τη Γερμανία».

Η άμεση συνταγή για την Ελλάδα είναι η έκδοση ευρωομόλογου, διότι «είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα», λέει ο Χ. Φλάσμπεκ. «Αγνοήστε τους οίκους αξιολόγησης, διότι είναι αστείο να δέχεται η Ευρώπη να της υπαγορεύουν τι επιτόκια θα πληρώσει η Ελλάδα». Ο προηγούμενος υπουργός Οικονομικών Πέερ Στάινμπρουκ απέρριψε τη λύση ως «ακριβή για τη Γερμανία». «Λάθος», λέει ο Χ. Φλάσμπεκ, «διότι το ευρωομόλογο θα έχει σίγουρα το ίδιο επιτόκιο με τα γερμανικά ομόλογα». Αντιστρέφει δε το επιχείρημα ότι «θα πληρώσουν οι Γερμανοί τα σπασμένα για τους σπάταλους Έλληνες», τονίζοντας ότι: «Όσο δεν επιτρέπεται να ζει μια χώρα πάνω από τις δυνατότητές της άλλο τόσο δεν επιτρέπεται να ζει και κάτω από τις δυνατότητές της, όταν έχεις ένα κοινό νόμισμα». Και η Γερμανία αυτό ακριβώς έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια. «Παραβίασε τους κανόνες που επέβαλε η ΟΝΕ»
Σε έκθεση για την πορεία της ΟΝΕ που δημοσίευσε η FΑΖ, οι οικονομολόγοι διαπιστώνουν ότι «Τα βαθύτερα αίτια των εντάσεων που καταγράφονται στην Ευρωζώνη και απειλούν τη συνοχή της, βρίσκονται στις αποκλίνουσες πορείες που έχει η ανταγωνιστικότητα των χωρών της περιφέρειας και του πυρήνα» (FΑΖ, 8/1/10). «Συμφωνώ», λέει ο κ. Χ. Φλάσμπεκ, τονίζει όμως ότι «Για την ανταγωνιστικότητα στον χώρο της Ευρωζώνης το καθοριστικό μέγεθος είναι το μισθολογικό κόστος μονάδας». Το ποσοστό πληθωρισμού που επιτρέπει η ΕΚΤ είναι λίγο κάτω από 2%. Αν συνυπολογιστεί αυτό στο μισθολογικό κόστος μονάδας, ο μέσος όρος αύξησής του στα χρόνια λειτουργίας της ΟΝΕ είναι περίπου στο 21%. Στην Ελλάδα η πραγματική αύξηση ήταν 26% – στη Γερμανία μόλις 8% και στην ΟΝΕ χωρίς τη Γερμανία 27%.

Τέλος, ο γερμανός οικονομολόγος αναφέρει το εξής: «Όσο δε για την κριτική των Άγγλων, είναι γνωστό ότι βλέπουν χαιρέκακα κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται στο ευρώ και την ευρωζώνη».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Χωρίς να επαναλαμβανόμαστε άσκοπα, αναφέρουμε τον «επίλογο» του άρθρου μας από τις 22.04.2009 («Η Ελλάδα, η ΕΕ και η αλληλεξάρτηση»)

Αθήνα, 22 Απριλίου 2009: “Εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας εξασφαλίζουν τις αγορές τους για τα προϊόντα μας αυξάνοντας το ΑΕΠ μας (οπότε θα μπορούσε να μειωθεί αναλογικά το χρέος μας), μας αποκλείουν σταδιακά από τις δικές μας (Lidl, Aldi, Makro, Media Markt, Vinci, Hochtief, Carrefour, Unilever, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ), δεν στέλνουν τους πολίτες τους να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, δεν χρησιμοποιούν τη ναυτιλία μας για τις μεταφορές τους, δεν κάνουν ευρύτερα χρήση του τομέα των υπηρεσιών μας (75% του ΑΕΠ), δεν επενδύουν εδώ σε παραγωγικές μονάδες για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα μας, αλλά μόνο εκμεταλλεύονται τις καταναλωτικές μας επιδόσεις, δεν προστατεύουν ενεργά (με δικό τους πολεμικό εξοπλισμό) τα σύνορα μας, δεν μας προσφέρουν χαμηλά επιτόκια και δεν ενδιαφέρονται για την επίλυση των προβλημάτων μας, για τι ακριβώς τους χρειαζόμαστε;
Ακόμη και σαν αποικία ή δορυφόροι τους, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη μη χρεοκοπία μας, αφού στην κυριολεξία μας απαγορεύουν να δραστηριοποιηθούμε μόνοι μας; Εγκαταστάθηκαν εδώ, δημιούργησαν ολιγαρχίες, έφτιαξαν δρόμους για την εισβολή των επιχειρήσεων τους, απομυζούν τη φορολογική βάση μας (φοροαποφυγή), εξάγουν τα προϊόντα τους εξασφαλίζοντας τις δικές τους θέσεις εργασίας, τοκίζουν με μεγάλα κέρδη τα χρήματα τους, κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο μας, επιβάλλουν τις πολιτικές τους και ταυτόχρονα μας κατακρίνουν, για να εισπράξουν ακόμη περισσότερα εις βάρος μας. Ποιος αλήθεια χρειάζεται ποιόν και ποιος τελικά εκμεταλλεύεται ποιόν;

Σίγουρα, εάν δεν είμαστε μέλος της Ευρωζώνης θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει, ιδίως όταν αρχίσει να γίνεται έντονη η αντίστροφη λειτουργία της πιστωτικής επέκτασης: η πιστωτική συρρίκνωση, κατά την οποία τα 10 € που είχαν γίνει ως εκ θαύματος 1.000 €, «αναδανειζόμενα» και «πολλαπλασιαζόμενα», επανέρχονται στην πραγματική τους αξία. Ταυτόχρονα όμως (και εδώ υπεισέρχεται ο ηθικός κίνδυνος από την αντίθετη πλευρά του), εάν δεν είμαστε μέλος αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επιβάλλονται δυστυχώς κατά καιρούς κάποιοι εγωκεντρικοί «ηγεμόνες», δεν θα είχαμε φτάσει ποτέ σε αυτήν την κατάσταση.

Δεν θα είχαμε επενδύσει ποτέ σε τόσους δρόμους, δεν θα είχαμε κατασκευάσει τέτοια έργα, δεν θα είχαμε διοργανώσει τους Ολυμπιακούς αγώνες, δεν θα είχαμε επεκταθεί στην Ανατολική Ευρώπη και δεν θα είχαμε κάνει πολλά άλλα. Θα ήταν όμως οι επιχειρήσεις μας δικές μας, θα απολαμβάναμε εμείς τα μερίσματα τους, θα ήμαστε ανεξάρτητοι, ελεύθεροι και δεν θα αναγκαζόμαστε να αγωνιάμε για ένα βιοτικό επίπεδο που βασίστηκε στα χρέη που κατά κάποιον τρόπο μας επιβλήθηκαν. Αξίζει επομένως να αναρωτηθούμε τα παρακάτω:
• Μήπως, αφού δυστυχώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση, η ΕΕ θα πρέπει να φροντίσει να αυξηθούν τόσο το ΑΕΠ, όσο και οι εξαγωγές μας, περιορίζοντας ταυτόχρονα την τεράστια «φοροαποφυγή» των Ευρωπαϊκών πολυεθνικών που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας;
• Μήπως εμείς οφείλουμε να μετατρέψουμε το δημόσιο χρέος μας, εσωτερικό και εξωτερικό, εξ ολοκλήρου σε μακροπρόθεσμο, σταματώντας πλέον να δανειζόμαστε και απαιτώντας από την ΕΕ την εγκατάσταση παραγωγικών, όχι μόνο εμπορικών επιχειρήσεων;

• Μήπως για την εξόφληση των τόκων και των χρεολυσίων, θα πρέπει να αποφασισθεί ένα σταθερό ποσοστό επί του ΑΕΠ μας (για παράδειγμα 10%), το οποίο να είναι εφικτό να εκταμιεύεται σε ετήσια βάση, για όσα χρόνια χρειασθεί, έτσι ώστε να εξοφλήσουμε κάποτε, χωρίς να εμποδίζονται οι απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις για την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας μας;
Προφανώς δεν είμαστε η μοναδική μικρή οικονομία της Ευρωζώνης, ούτε μόνο εμείς αντιμετωπίζουμε προβλήματα, επαυξημένα από την παγκόσμια κρίση. Όμως, οι κρίσεις δεν δημιουργούν μόνο προβλήματα, αλλά και τεράστιες ευκαιρίες. Χωρίς καμία αμφιβολία, η μεγαλύτερη ευκαιρία για την Ευρώπη σήμερα είναι η αναγωγή του Ευρώ σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, στη θέση του δολαρίου. Μόνο και μόνο αυτό θα έφτανε, αφ’ ενός μεν για να υπερκαλύψουμε τις ζημίες που μας προξένησαν οι ΗΠΑ, αφ’ ετέρου δε για να επιτύχουμε μία άνευ προηγουμένου ευημερία όλων των κρατών-μελών του ευρώ.
Όπως έχουμε ήδη γράψει, «Όσο αυξάνεται ο όγκος των συναλλαγών που γίνονται με το νόμισμα μίας συγκεκριμένης χώρας, τόσο αυξάνονται και τα κέρδη της, καθώς επίσης η διεθνής ανταγωνιστικότητα που απολαμβάνουν τόσο οι τράπεζες, όσο και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της εν λόγω χώρας».
Αντί λοιπόν να χάνουμε (οι χώρες της Ευρωζώνης) το χρόνο μας, αναζητώντας λύσεις σε δευτερεύοντα προβλήματα και να αλληλοκατηγορούμαστε, είναι προτιμότερο να κοιτάξουμε το μέλλον με αισιοδοξία, επιταχύνοντας τις ενέργειες που είναι απαραίτητες για την κοινή μας πρόοδο. Η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μία δική της αποτελεσματική χρηματοπιστωτική αγορά, να γίνει ένας άριστος νομισματικός χώρος (διευκόλυνση της μετανάστευσης του κεφαλαίου και της εργασίας εντός των συνόρων της) και να ολοκληρωθεί πολιτικά, μετατρέποντας τα κράτη σε ισότιμες Πολιτείες και αποκτώντας μία πραγματική Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση. Εάν δεν το κάνει σήμερα, με την ευκαιρία της κρίσης που προκάλεσαν οι Αμερικανοί, ίσως δεν θα έχει ποτέ ξανά τη δυνατότητα – τουλάχιστον όχι με τόσο χαμηλό κόστος.
Ας μην ξεχνάμε ότι στη Γερμανία, μόνο η ενίσχυση μίας τράπεζας της κόστισε στο δημόσιο πάνω από 100 δις ευρώ – σχεδόν το μισό δηλαδή του δικού μας χρέους. Χωρίς καμία αμφιβολία, η ενίσχυση ενός ολόκληρου κράτους, στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, είναι κατά πολύ σημαντικότερη από αυτήν μίας τράπεζας, η οποία μάλιστα δεν είναι και η βασικότερη της χώρας. Πόσο μάλλον όταν σε αυτό το κράτος, στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί πάμπολλες ευρωπαϊκές εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες μεταφέρουν τεράστια ποσά στις χώρες προέλευσης τους, «αδυνατίζοντας» συνεχώς τη φορολογική του βάση και μειώνοντας διαρκώς την ανταγωνιστικότητα των δικών του επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερα όταν για την κερδοφόρα λειτουργία αυτών των «ξένων» επιχειρήσεων, έχει επενδύσει τεράστια ποσά δανειζόμενο το Ελληνικό δημόσιο (όλοι εμείς), τα οποία οφείλει να εισπράξει για να εξοφλήσει. Εκτός αυτού, τόσα χρόνια τώρα, προστατεύουμε τα σύνορα της Ευρώπης με δικό μας κόστος, αγοράζοντας μάλιστα αρκετό από τον πολεμικό μας εξοπλισμό από ευρωπαϊκές εταιρίες. Ίσως λοιπόν θα πρέπει κάποτε να μας εξοφλήσει η ΕΕ τις υποχρεώσεις της, επιτρέποντας μας να εξοφλήσουμε σωστά τις δικές μας. Όλες οι υπόλοιπες «δήθεν» λύσεις, οι αυτομαστιγώσεις και οι «πολιτικές» αλληλοκατηγορίες, είναι πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου – ανέφικτες δηλαδή, δουλοπρεπείς, μίζερες και μη ρεαλιστικές.

Οι ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ δεν πρέπει να συμπεριφέρονται σαν τα γνωστά μας Golden Boys, τα οποία λεηλατούσαν τις τράπεζες όσο ήταν κερδοφόρες, επιστρέφοντας τες καταχρεωμένες στα κράτη, όταν ξέσπασε η κρίση και έπαψαν πια να αποδίδουν. Το μέλλον τους, όπως και το μέλλον όλων μας, είναι σε άμεση συνάρτηση με μία πραγματική, δίκαιη, πολιτική και όχι μόνο οικονομική ένωση, ισότιμων μεταξύ τους Κρατών-Πολιτειών. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν εξαρτόμαστε πλέον μόνο εμείς από την Ευρώπη, αλλά στον ίδιο βαθμό και η Ευρώπη από εμάς. Η κρίση του Μεξικού επηρέασε κάποτε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, παρά το ότι δεν υπήρχαν σοβαρές εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους. Μία δική μας ενδεχόμενη κρίση, εάν δεν απορύθμιζε ολόκληρο τον κόσμο, σίγουρα θα λειτουργούσε καταστροφικά όχι μόνο για τις ηγέτιδες, αλλά για όλες τις χώρες της ΕΕ”.
Αθήνα, 16. Ιανουαρίου 2010

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)

viliardos@kbanalysis.com

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

http://olympia.gr/2010/01/19/διεθνησ-κοινη-γνωμη-η-γερμανία-είναι-μ/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου