Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Ο Μίκης ανάμεσα σε δύο καρέκλες

O Μίκης Θεοδωράκη έστειλε το παρακάτω μήνυμα για να διαβαστεί στην συγκέντρωση του Μετώπου «εναντίον της ρατσιστικής και φασιστικής απειλής».
Ακολουθεί η απάντηση του ΡΕΣΑΛΤΟ.


Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Εάν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, το πρόβλημα των μεταναστών είναι πολύπλοκο και εξαιρετικά κρίσιμο, γιατί έχει σχέση με πολύ λεπτά εθνικά ζητήματα, σε όλους μας γνωστά.
Όμως πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή που για τον α΄ ή τον β΄ λόγο υπάρχουν μετανάστες στη χώρα μας και ζουν ανάμεσά μας, το στοιχείο που πρέπει να πρυτανεύσει είναι η ανθρωπιά, δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά, που μόνο αυτή κρίνει εάν ένας άνθρωπος, μια κοινωνία και ένας λαός μπορεί να θεωρείται πολιτισμένος ή βάρβαρος.
Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με συνανθρώπους μας αδύνατους, ανήμπορους, ξεριζωμένους από τον τόπο τους και γι’ αυτό ευάλωτους και ανυπεράσπιστους, εκτεθειμένους στον φόβο, στην πείνα, στο κρύο, στην αρρώστια και στην απόλυτη εξαθλίωση, θύματα της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας.
Πώς και γιατί έφτασαν ως εδώ και ποιες πρέπει να είναι οι τελικές λύσεις, είναι θέματα που πρέπει να αναλυθούν και να συζητηθούν μπροστά στον λαό, πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις, που λόγω της ηθικής τους διάστασης πρέπει να έχουν το κύρος της εθνικής συναίνεσης, γιατί έχουν να κάνουν με την ουσία και την εικόνα της Ελλάδας, για την οποία όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες είμαστε συνυπεύθυνοι.
Προς το παρόν το γεγονός είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι, καλώς ή κακώς, ζουν ανάμεσά μας, ζητούν την βοήθειά μας, με σκοπό να εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο όριο ανθρώπινης διαβίωσης. Αντί γι’ αυτό η Πολιτεία και μια μικρή μερίδα του ελληνικού λαού τους αντιμετωπίζει σαν τραυματισμένα και γι’ αυτό άχρηστα ζώα, αφήνοντάς τους να ζήσουν μέσα στην απόλυτη αθλιότητα και αδιαφορώντας αν ανάμεσά τους υπάρχουν γυναίκες και μικρά παιδιά εκτεθειμένα στην πείνα και στην αρρώστια, που προσπαθούν να ζήσουν με τα αποφάγια μιας κοινωνίας αδιάφορης και ενός κράτους ανάλγητου με την σφραγίδα της βαρβαρότητας.
Πολλοί από μας δεν δεχόμαστε αυτή την ιδιότητα, του βάρβαρου, που μας τραυματίζει, μας ντροπιάζει, μας εκθέτει ως Έθνος μπροστά στην ανθρωπότητα και κηλιδώνει την ιστορία μας μέσα στην οποία η φιλοξενία αποτελούσε χαρακτηριστικό μας γνώρισμα, για το οποίο όλοι μας είμαστε υπερήφανοι.
Γι’ αυτό όπως στο παρελθόν ματώσαμε, για να νικήσουμε τον φασισμό, έτσι και τώρα δεν θα πρέπει να αφήσουμε τα υποκατάστατά του, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία να σηκώσουν κεφάλι. Πρέπει με όλες μας τις δυνάμεις να ξεσκεπάσουμε και να καταγγείλουμε όλους αυτούς που με στόχο τους ανυπεράσπιστους μετανάστες επιχειρούν να νεκραναστήσουν τις φασιστικές νοοτροπίες και πρακτικές που μολύνουν την κοινή γνώμη και που επί πλέον βρίσκουν δυστυχώς, απήχηση στα ΜΜΕ, στην Κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση, γεγονός που εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για την ίδια την Δημοκρατία μας, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αναδύθηκε μέσα από την πάλη του λαού μας ενάντια στον φασισμό της στρατιωτικής χούντας.
Αθήνα, 13.7.2009
Μίκης Θεοδωράκης


Ο Μίκης ανάμεσα σε δύο καρέκλες
Το «δαιμόνιο» μυαλό του Μίκη είναι σε θέση να διακρίνει τον εγκλωβισμό του στις «συμπληγάδες» που έχει αιχμαλωτιστεί. Το κείμενό του αποτυπώνει ολοκάθαρα την βαθιά και οδυνηρή αντίφασή του.
Από τη μια ο αετός που πετά ψηλά και από την άλλη η χαμηλή πτήση. Από τη μια οι αναλαμπές του «δαιμόνιου» μυαλού του που διακρίνουν, πολιτικά, καθαρά και από την άλλη οι ποικίλες εξαρτήσεις (συναισθηματικές και άλλες) που τον αιχμαλωτίζουν και τις εκφράζει ανάλογα: Με τα κλασσικά ανθρωπιστικά ιδεολογήματα.
Ο Μίκης προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Κάθεται ανάμεσα σε δύο καρέκλες.
Ως πολιτική λογική, το κείμενό του αναιρεί τη λογική του κειμένου που υπέγραψε «εναντίον του ρατσισμού και του φασισμού»:
«Εάν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, το πρόβλημα των μεταναστών είναι πολύπλοκο και εξαιρετικά κρίσιμο, γιατί έχει σχέση με πολύ λεπτά εθνικά ζητήματα, σε όλους μας γνωστά…»
«Πώς και γιατί έφτασαν ως εδώ και ποιες πρέπει να είναι οι τελικές λύσεις, είναι θέματα που πρέπει να αναλυθούν και να συζητηθούν μπροστά στον λαό, πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις, που λόγω της ηθικής τους διάστασης πρέπει να έχουν το κύρος της εθνικής συναίνεσης, γιατί έχουν να κάνουν με την ουσία και την εικόνα της Ελλάδας, για την οποία όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες είμαστε συνυπεύθυνοι..»
Αυτές οι δύο παράγραφοι αναιρούν κυριολεκτικά τη φιλοσοφία, την πολιτική αντίληψη και πρακτική όλων αυτών που έχουν κάνει επάγγελμα τον «αντιεθνικισμό» και τον «αντιρατσισμό». Αυτοί ακούνε «εθνικό» και βγάζουν σπυράκια. Ούτε αποδέχονται κανένα «μεταναστευτικό» ζήτημα. «Ανοικτά σύνορα» θέλουν και πολλά άλλα που τα έχουμε περιγράψει λεπτομερώς. «Αποβάσεις» σε επαρχιακές πόλεις και σε γειτονιές κάνουν για να «καθαρίσουν» το «ρατσισμό» των ιθαγενών.
Για ποιο λαό τους μιλάς Μίκη; Για όλους αυτούς, τους ελαχιστότατους, ο λαός είναι «εθνικιστής» και «ρατσιστής».
Μια, όμως και αναφέρεις το λαό. Ρωτήθηκε ΠΟΤΕ ο ελληνικός λαός για οποιοδήποτε ζήτημα; Ετέθη ποτέ αυτό το αίτημα από οποιονδήποτε;
Και δεν είναι μικρή μερίδα του ελληνικού λαού που αντιδρά και οργίζεται στον ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΟ (αυτό σου διέφυγε Μίκη) αλλοδαπό εφιάλτη. Είναι η συντριπτική, δραματικά συντριπτική, πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Θέτει ο Μίκης μια, πράγματι, διαφορετική λογική. Αποδέχεται το πρόβλημα και τις εθνικές διαστάσεις του, ζητάει διάλογο «μπροστά στο λαό» (ξέχασε ότι κάθε αίτημα για διάλογο πάνω σε αυτό το ζήτημα συλλήβδην χαρακτηρίζεται «ρατσιστικό»), ζητά το κύρος μια «εθνικής συναίνεσης» (και μόνο η φράση αυτή προκαλεί αλλεργία σε αυτούς που από κοινού υπέγραψε για το «αντιρατσιστικό μέτωπο»). Μόλις όμως θέτει τη διαφορετική λογική, αμέσως μετά, γκρεμίζεται από τα ψηλά στα χαμηλά.
Έθεσε πολλά και έπρεπε να επανέλθει στην «τάξη» και να δικαιολογήσει το τραγικό ολίσθημά του.
Το καταφύγιο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ηθικές αφαιρέσεις και τα γνωστά αστικά κλισέ περί «ανθρωπισμού».
Με τις ανθρωπιστικές αφαιρέσεις συγχωρούνται οι αμαρτίες. Αλλά ο πραγματικός ανθρωπισμός και όχι ο ψευτοανθρωπισμός των ηθικολόγων αστών Φιλισταίων είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα ΠΟΛΙΤΙΚΟ.
Στις απάνθρωπες στρατηγικές και οργανωμένες πρακτικές του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να υπάρξει ανθρωπισμός, ούτε μπορεί οι λαοί να ακολουθήσουν το μοιρολατρικό θεώρημα «σφάξε με Αγά μου ν’ αγιάσω».
Οι κτηνώδεις αυτές ιμπεριαλιστικές στρατηγικές, οι αποτρόπαιες αυτές ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ της καταιγιστικής εισβολής της αλλοδαπής αθλιότητας εξαπλώνουν την απανθρωπιά και τη φρίκη, ακόμα και στους «Αγίους».
Οι διαδικασίες αυτές των «ανοικτών συνόρων» και της αθρόας, «λαθραίας», οργανωμένης και στοχευμένης αλλοδαπής εισβολής ρίχνει στα έσχατα όρια της αθλιότητας τους πάντες: Ξένους και ντόπιους. Συνακόλουθα δημιουργεί συνθήκες κτηνώδεις και φρίκης.
Και αυτό Μίκη είναι το πλέον ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ, είναι η βαρβαρότητα στην κτηνώδη μορφή της.
Για ποιο ανθρωπισμό, λοιπόν, μιλάμε, μέσα σε συνθήκες αγριανθρωπισμού;
Φυσικά δεν θέτει και πολλά άλλα ο Μίκης. Τίποτε απ’ αυτά τα οποία έχουμε εκθέσει και αναλύσει εδώ μέσα.
Τα αντιλαμβάνεται, αυτό δείχνουν κάποιες γραμμές του κειμένου του και ιδιαίτερα αυτά που υπονοεί κάτω από τις γραμμές. Αλλά πώς να τα θέσει; Θα έπρεπε να καταγγείλει ανοικτά τον εγκλωβισμό του. Γι’ αυτό αιωρείται ανάμεσα στις οδυνηρές αντιφάσεις του.
Μίκη σήμερα τα μισόλογα είναι έγκλημα. Αυτό πρέπει εσύ να το γνωρίζεις καλύτερα από όλους μας…
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου