Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Ο υπερβάλλων ζήλος της Standard & Poor’s




ΓΙΑΤΙ τόσο επιθετικά, και γιατί τώρα; Ακόμα και για τους ξένους αναλυτές, η απόφαση της Standard & Poor’s να υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και μάλιστα κατά τρεις βαθμίδες, την Τρίτη, είναι ακατανόητη. Ο οίκος δεν είχε κανένα λόγο να πάρει μια τόσο σημαντική απόφαση χωρίς να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας της Ελλάδας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τα όσα γνώριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν άλλαζαν σε τίποτα τη θεμελιώδη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Γιατί όμως αποφάσισε η Standard & Poor’s ότι δεν μπορεί να περιμένει 2-3 μέρες για να έχει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεσή της; Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο οίκος άφησε τον πανικό των αγορών να επηρεάσουν την κρίση του. Ακολουθώντας την αγελαία συμπεριφορά των επενδυτών τροφοδότησε τον πανικό στις αγορές και επιτάχυνε τις αρνητικές για την ελληνική οικονομία εξελίξεις. Δεν είναι καθόλου τυχαία η αυστηρή γλώσσα που χρησιμοποίησε η εκπρόσωπος της Κομισιόν, Chantal Hughes, τονίζοντας ότι η Ε.Ε. περιμένει από όλους τους οίκους αξιολόγησης να λειτουργήσουν υπεύθυνα σε αυτή την κρίση. Ωστόσο, τα όσα έχουν συμβεί έως τώρα δείχνουν ότι η Ελλάδα πληρώνει τις «αμαρτίες» των 3 αξιολογητών από την προηγούμενη κρίση. Με το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής αναταραχής του 2008, οι Standard & Poor’s, Moody’s και Fitch κατηγορήθηκαν ότι δεν προειδοποίησαν τους επενδυτές για όσα έρχονταν.

Τα στοιχεία που βγαίνουν μέχρι σήμερα στο φως δείχνουν ότι οι οίκοι σκόπιμα παραπλάνησαν τους επενδυτές δίνοντας υψηλές αξιολογήσεις στους τοξικούς τίτλους. Στη σημερινή κρίση, η Ελλάδα πέφτει θύμα του υπερβολικού τους ζήλου να αποδείξουν ότι δεν θα επαναλάβουν το ίδιο λάθος. Βλέποντας τη θέση της χώρας στις αγορές να επιδεινώνεται, οι οίκοι επιλέγουν να φυλάξουν τα νώτα τους και λειτουργούν με τη λογική «πρώτα υποβάθμισε και μετά ρώτα». Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε σε μια θέση που μέχρι πρότινος φάνταζε αδιανόητη. Τα ομόλογά της εντάσσονται πλέον στην κατηγορία «junk» (ή «μη επενδυτική κατηγορία», όπως ονομάζεται στα ελληνικά).

Βάζοντας την Ελλάδα στην ίδια θέση με ριψοκίνδυνους εκδότες, όπως το Αζερμπαϊτζάν, η S&P ανάγκασε πολλούς από τους παραδοσιακούς αγοραστές των ελληνικών ομολόγων να ξεπουλήσουν όπως-όπως τους τίτλους αυτούς. Πολλά από τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα αμοιβαία κεφάλαια και τα κάθε λογής funds που είχαν αγοράσει τα ελληνικά κρατικά ομόλογα θεωρώντας τα ασφαλή, δεν δικαιούνται από τον κανονισμό τους να επενδύουν σε τίτλους της κατηγορίας junk. Οι επενδυτές αυτοί κυριολεκτικά εγκλωβίστηκαν στα ελληνικά ομόλογα, καθώς παρότι ήταν αναγκασμένοι να τα πουλήσουν, αδυνατούσαν να το κάνουν, αφού η παντελής απουσία αγοραστών οδήγησε στο πρωτοφανές «κλείσιμο» της αγοράς.

Τo σενάριo της επαναδιαπραγμάτευσης

«ΕΑΝ η Ελλάδα οδηγηθεί στη λύση της αναδιάρθρωσης χρέους, το μοντέλο της Ουρουγουάης είναι σίγουρα πολύ πιο ελκυστικό από εκείνο της Αργεντινής». Αυτό εξηγεί στην «Ι» ο Javier Diaz-Cassou, καθηγητής στο DevelopmentStudiesInstituteτου LondonSchoolofEconomics, αν και προειδοποιεί ότι οι επιλογές της Αθήνας δεν είναι τόσο εύκολες. Με βάση αυτή την εμπειρία, εξηγεί ότι μια προληπτική αναδιάρθρωση χρέους είναι συνήθως λιγότερο επώδυνη. Η προληπτική αναδιάρθρωση χρέους είναι αυτή που πραγματοποιείται πριν το κράτος βρεθεί επίσημα σε παύση πληρωμών.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κυβέρνηση (με τη συμβολή βέβαια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου), κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές, προσφέροντας μια συμφωνία που συνήθως προβλέπει την επιμήκυνση της λήξης των ομολόγων και ενίοτε και κάποια ζημιά σε σχέση με την ονομαστική αξία των τίτλων (αυτό που στις αγορές ονομάζεται «haircut»). Σε μια τέτοια προληπτική αναδιάρθρωση χρέους προχώρησε η Ουρουγουάη το 2003. Η διαδικασία αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για όσες χώρες αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα, αφού η Ουρουγουάη επέβαλε στους πιστωτές της μια μικρή ζημιά, της τάξεως του 13%, και κατάφερε να επιστρέψει στις αγορές ομολόγων μέσα σε ένα μήνα.

Πόσο θα κοστίσει μια πιθανή αναδιάρθρωση του χρέους

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ περίπτωση αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους», τόνισε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Herman van Rompuy, τηρώντας την ίδια γραμμή με τον υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει τα σχετικά σενάρια «ανοησίες».

Η άποψη των αγορών, ωστόσο, είναι πολύ διαφορετική, με τους επενδυτές να εστιάζουν τις τελευταίες ημέρες όχι στο εάν θα γίνει αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά περισσότερο στο κόστος που θα κληθούν να πληρώσουν. «Εάν η Ελλάδα πράγματι αναδιαρθρώσει το χρέος της, η ζημιά θα πρέπει να είναι σημαντική για να έχει νόημα μια τέτοια κίνηση», επισημαίνουν σε σχετική έκθεσή τους οι οικονομολόγοι της Barclays Capital, PieroGhezziκαι ChristianKeller. Όπως υπολόγισαν, εάν η χώρα επιβάλει στους πιστωτές της ζημιά της τάξεως του 50% σε σχέση με την ονομαστική αξία των ομολόγων, τότε, αυτό αντιστοιχεί σε δημοσιονομική προσαρμογή της τάξεως των 4 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ.

Δεν αντιμετωπίζει, δηλαδή, παρά μόνο εν μέρει το μακροπρόθεσμο πρόβλημα φερεγγυότητας της Ελλάδας. Για αυτό και η Standard & Poor’s προειδοποίησε τους επενδυτές των ομολόγων ότι οι ζημιές τις οποίες θα υποστούν σε ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους θα είναι ακόμα μεγαλύτερες. Ο οίκος κατέταξε τη χώρα στην κατηγορία «4» για την ανάκτηση κεφαλαίων σε πιθανή επαναδιαπραγμάτευση του χρέους ή παύση πληρωμών. «Οι ομολογιούχοι δεν θα πρέπει να βγουν από αυτή την καταστροφή άθικτοι», διακηρύσσει ο αρθρογράφος του Bloomberg, Matthew Lynn. «Οι επενδυτές φταίνε όσο και όλοι οι υπόλοιποι. Θα πρέπει να χάσουν τουλάχιστον το 50% των χρημάτων τους», έγραψε ο Lynn. Η άποψή του βρήκε έναν αναπάντεχο υπέρμαχο. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank, Thomas Mayer, δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι οι τράπεζες που τόσα χρόνια δάνειζαν την Ελλάδα, θα πρέπει να σηκώσουν μέρος από το βάρος για τη διάσωσή της, διαγράφοντας ένα κομμάτι από τα δάνεια που έχουν δώσει.

Μοντέλο Ουγγαρίας – Ρουμανίας

ΤΗΝ ΩΡΑ που η ελληνική κυβέρνηση ετοιμάζεται να υπογράψει το «συμβόλαιο» που θα ανοίξει το δρόμο για την εκταμίευση των δανείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αντίστοιχες συμφωνίες που υπέγραψαν το 2008 και το 2009 οι κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας αντίστοιχα προϊδεάζουν για τις απαιτήσεις και τον τρόπο με τον οποίο κινείται το ΔΝΤ.

Σε 14 σελίδες, η κυβέρνηση της Ουγγαρίας είχε ενημερώσει στις 4 Νοεμβρίου του 2008 για τα δάνεια που θα χρειαζόταν από το ΔΝΤ και κυρίως, για τα μέτρα που είχε συμφωνήσει. Στην «επιστολή προθέσεων και το τεχνικό μνημόνιο κατανόησης» της Ουγγαρίας αναφερόταν ότι η κυβέρνηση θα πάγωνε τους μισθούς του δημοσίου για το 2009, θα καταργούσε τον 13ο μισθό των δημόσιων υπαλλήλων, θα έθετε ανώτερο όριο στην 13η σύνταξη και θα μείωνε τις λειτουργικές δαπάνες όλων των υπουργείων. Η περίπτωση της Ρουμανίας ήταν πιο περίπλοκη. Η δική της επιστολή προθέσεων της 24ης Απριλίου 2009 ήταν έκτασης 22 σελίδων, αφού σε αυτήν αναφέρονταν αναλυτικά τα μέτρα που ήδη είχε λάβει η κυβέρνηση (σημαντικές μειώσεις στις υπερωρίες των δημόσιων υπαλλήλων, αυξήσεις στους φόρους των ακινήτων και σοβαρές περικοπές σε επιδοτήσεις και άλλες δαπάνες).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου